Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων. Ανικανότητα ή Σκοπιμότητα;

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Ν. 4223/2013 (Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων): Ανικανότητα ή Σκοπιμότητα; Του Γιώργου Φεβρωνίδη Δικηγόρου

Το ερώτημα του τίτλου αυτού του άρθρου δεν είναι τυχαίο ούτε προϊόν κάποιας πρόσκαιρης αγανάκτησης του γράφοντος – αν και υπήρξε και αυτή κάποια στιγμή.
Αντίθετα είναι η θεμελιώδης απορία, η οποία βασανίζει όλους όσους έχουν καταφέρει να διατηρήσουν μια στοιχειωδώς “καθαρή σκέψη απέναντι στην εκδικητική φορολογική μανία, την οποία έχουν ξεσπάσει οι κυβερνήσεις των τελευταίων τεσσάρων ετών, εναντίον όσων από τους πολίτες αυτού του τόπου διέπραξαν το “ύψιστο ανοσιούργημα”: Εγιναν κάτοχοι ακίνητης περιουσίας.
Υπήρξαν βέβαια και αυτοί, οι οποίοι απέκτησαν περιουσία με παράνομα ή και ανήθικα μέσα (εκτεταμένη φοροδιαφυγή, τοκογλυφία κλπ), όμως κατά κανόνα αυτοί, ανέπτυξαν έγκαιρα και τους κατάλληλους μηχανισμούς άμυνας απέναντι σε αυτή την φορολογική λαίλαπα, προλαμβάνοντας, οι περισσότεροι, να ρευστοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας τους και να εξασφαλίσουν τα χρήματά τους σε “ευαγή” τραπεζικά ιδρύματα στο Λίβανο ή στη Νότιο Αφρική καιόχι βέβαια στην Ελβετία ή στην Κύπρο, όπως, σκοπίμως, μας “υποδεικνύουν” κάποιοι να πιστεύουμε.
Οι ιδιοκτήτες ακινήτων στοχοποιήθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αναγορεύτηκαν σε “Εχθρούς του Κράτους” και διώκονται φορολογικά με μεθόδους, τέτοιες, που γεννάνε εύλογα ερωτήματα σχετικά με την σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους.

Ο νέος νόμος λοιπόν περί Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (Ν. 4223/2013/ΦΕΚ 287 Α’) έρχεται να δώσει την χαριστική βολή στους ατυχείς ιδιοκτήτες, αφού λειτουργεί ως μοχλός εξουδετέρωσης και των τελευταίων συνταγματικών δικαιωμάτων, που τους έχουν απομείνει.


Δεν αναφερόμαστε μόνο στο νέο περίπλοκο τρόπο φορολόγησης των ακινήτων, που εισάγει ο νόμος αυτός. Αυτό έχει αναλυθεί επαρκώς και έχουμε σχηματίσει μια σχετικά σαφή εικόνα για τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, που θα επιφέρει ο νόμος αυτός στους ιδιοκτήτες ακινήτων, από την στιγμή μάλιστα που ο φορολογικός νομοθέτης φαίνεται να μην λαμβάνει υπόψιν του την δυνατότητα αποπληρωμής του φόρου ακινήτωνμέσω των εσόδων, που αυτά πράγματι αποφέρουν στους ιδιοκτήτες τους.

Η ίδια η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην σχετική έκθεσή της επί του Σχεδίου του ανωτέρω νόμου, επισημαίνει το πρόβλημα αυτό, αναφέρεται δε σε δύο εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων στην Γερμανία και στην Γαλλία, οι οποίες ορίζουν σαφέστατα το συνταγματικά ανεκτό μέτρο φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας.

Ειδικώτερα η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής αναφέρεται στην από 22/6/1995 απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (BVerfGE, 93,121), η οποία επισημαίνει ότι η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Επισημαίνει επίσης ότι ο φόρος αυτός πρέπει να μπορεί να καταβάλλεται ετησίως από τα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται κατά συνήθη χρήση από την περιουσία αυτή. Εκκινώντας λοιπόν από αυτήν την παραδοχή και δεχόμενη ότι τα εισοδήματα, που προέρχονται από την περιοδική εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας πρέπει κατά μέρος να συμβάλλουν στην κάλυψη των δημοσίων εσόδων, κατά μέρος όμως να μένουν στα χέρια των φορολογουμένων, η ως άνω απόφαση θέτει «την αρχή της διαιρέσεως εις το ήμισυ» (Halbteilungsgrundsatz), σύμφωνα με την οποία η συνολική φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει, κατά προσέγγιση, το ήμισυ του εισοδήματος, που παράγεται από αυτή.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η υπ’ αριθ. 98- 405 DC της 29.12.1998 απόφαση του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου (Conseil Constitutionnel), η οποία, κρίνοντας επί του φόρου αλληλεγγύης επί της (κινητής και ακίνητης) περιουσίας (Impôt de Solidarité sur la Fortune), επισημαίνει ότι ο ως άνω φόρος κατοχής της περιουσίας πρέπει να μπορεί να καταβάλλεται διά των εισοδημάτων που παράγει αυτή και, συνεπώς, για να είναι η φορολόγηση της περιουσίας συνταγματικώς ανεκτή, πρέπει η κατοχή της να συνδέεται και με παραγωγή εισοδήματος.
Στον συγκεκριμένο νόμο περί Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.)όμως περιλαμβάνεται και μία διάταξη, η οποία είναι τόσο άστοχη, αψυχολόγητη και επικίνδυνη, ώστε με βεβαιότητα θα οδηγήσει σε καταστάσεις, που θα σημάνουν το τέλος της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα.

Πρόκειται για την παρ. 5 του άρθρου 54 Α του Ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε εκεί με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013 περί Ενιαίου Φόρου Ακινήτων, η οποία ορίζει ότι:

“Είναι απαράδεκτη η συζήτηση εμπράγματης αγωγής ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής από υπόχρεο στον ΕΝ.Φ.Ι.Α. επί ακινήτου, αν δεν προσκομιστεί μέχρι την συζήτησή της, κατά περίπτωση, το πιστοποιητικό των άρθρων 1 ή 3 του άρθρου αυτού”

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην υποχρέωση του ενάγοντος σε δίκη περί εμπράγματης αγωγής, ο οποίος τυγχάνει υπόχρεος σε καταβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α. να προσκομίσει εώς την συζήτηση της αγωγής του το προβλεπόμενο στις παραγράφους 1 ή 3 του αρθρου 54 Α του Ν. 4174/2013 πιστοποιητικού της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη.

Πρόκειται ουσιαστικά για διάταξη – ταφόπλακα στην ακίνητη περιουσία!Εξαρτά ουσιαστικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στην Δικαιοσύνη, στον φυσικό του δικαστή δηλαδή, από τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις του απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο!

Ας δούμε πώς ορίζεται εννοιολογικά και νομικά το περιεχόμενο της έννοιας “κυριότητα”:
Ο Αστικός Κώδικας δεν δίνει κυριολεκτικά τον ορισμό της “κυριότητας”. Από τον συνδυασμό των διατάξεων του αρ. 973 ΑΚ, το οποίο συμπεριλαμβάνει την κυριότητα στα “εμπράγματα δικαιώματα” και του αρ. 1000 ΑΚ (στο οποίο προσδιορίζοται οι εξουσίες του κυρίου), συνάγεται ότι κυριότητα νοείται ως το εμπράγματο δικαίωμα, που παρέχει στον δικαιούχο άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία επάνω στο πράγμα,εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ’ αυτό (βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου ΕρμΑΚ Εμπράγματο Δίκαιο 1985, σελ. 311).

Με άλλα λόγια το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας οριοθετείται απόδύο εννοιολογικούς άξονες: Ο μεν πρώτος αφορά σε όλες τις χρηστικές εξουσίες, που παρέχονται στον δικαιούχο επάνω στο πράγμα: την διάθεση, την κάρπωση και την χρήση αυτού.

Ο δεύτερος και σημαντικότερος ίσως, αφού εμπεριέχει την δυνατότητα διατήρησης του πράγματος στην κυριότητά του, αφορά την απόλυτη εξουσία του δικαιούχου να απαγορεύει κάθε επέμβαση τρίτου σε αυτό χωρίς την άδειά του.

Η υπερφορολόγηση και η υπερχρέωση των ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας μέχρι σήμερα είχε ως αποτέλεσμα την ουσιαστική στέρηση του πρώτου εννοιολογικού άξονα της κυριότητας:
Ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης στερείται την εξουσία διάθεσης, εφόσον δεν είναι δυνατό να μεταβιβάσει το οποιοδήποτε ακίνητό του χωρίς να είναι φορολογικά ενήμερος, παρά μόνο στην περίπτωση όπου η οφειλή του στο Δημόσιο είναι μικρότερη ή ίση από το πραγματικό τίμημα, που εισπράττει από την εκποίηση του ακινήτου. Και βέβαια πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος της αναγκαστικής στέρησης της περιουσίας του από το Δημόσιο, στην περίπτωση, που δεν κατορθώσει να ανταποκριθεί στην φορολογική επίθεση, που υφίσταται.
Στερείται την εξουσία κάρπωσης, καθώς ανά πάσα στιγμή και με συνοπτικές διαδικασίες δύναται το Ελληνικό Δημόσιο να κατάσχει εις χείρας τρίτων τα εισπραττόμενα από τον υπερχρεωμένο ιδιοκτήτη ενοίκια, προς εξυπηρέτηση του χρέους του.
Διαταράσσεται δε σοβαρότατα η εξουσία του χρήσης επί του ακινήτου, με δεδομένη την υπερβολική αύξηση των τιμολογίων της ΔΕΗ κατά την τελευταία τριετία, αφού υπερδιπλασιάστηκε η τιμή του ρεύματος, τα Δημοτικά Τέλη, που εισπράττονται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, αγγίζουν το παράλογο και βέβαια το χαράτσι του ΕΕΤΗΔΕ, προφανώς αντισυνταγματικό, ήλθε να αποτελειώσει την κατάσταση. Ολα αυτά τα έξοδα αυτά, τα οποία συγκαταλέγονται στα έξοδα χρήσης του ακινήτου, καθιστούν αυτή για τον ήδη υπερχρεωμένο ιδιοκτήτη από προβληματική εώς και απαγορευτική πολλές φορές.
Από σήμερα όμως πλήττεται και ο έτερος άξονας της έννοιας της κυριότητας, με σοβαρότατες συνέπειες. Με την διάταξη αυτή ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητο χωρίς την άδειά του.
Ας δούμε λοιπόν ένα πολύ χαρακτηριστικό “σχολικό” παράδειγμα:
Εστω ότι ο υπερχρεωμένος στο Δημόσιο ιδιοκτήτης (Α), έχει την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα επί ενός οικοπέδου, αξίας χ.
Ο Β, όμορος ιδιοκτήτης, αποφασίζει, αυθαίρετα και παράνομα, να περιφράξει το οικόπεδο του Α, να εισβάλλει κυριολεκτικά μέσα εν αγνοία του και να αρχίσει να κτίζει σπίτι!!
Ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης Α, έχει την δυνατότητα από το νόμο να αντιδράσει με την έγερση αγωγής περί προστασίας αποβολής από τη νομή, κατά το αρ. 987 ΑΚ.

Σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 54 Α παρ. 5 του ν. 4174/2013 λοιπόν, επειδή ο υπερχρεωμένος στο Δημόσιο ιδιοκτήτης δεν θα είναι σε θέση να προσκομίσει κατά την συζήτηση της υπόθεσης το πιστοποιητικό ότι δεν οφείλει ΕΝ.Φ.Ι.Α., η αγωγή του θα απορριφθεί ως απαράδεκτη!! Και βέβαια η απόρριψη της αγωγής θα γίνει για λόγους μη ουσιαστικούς,εφόσον το Δικαστήριο δεν πρόκειται να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της ένδικης διαφοράς!
Δείτε τώρα πώς εξελίσσεται η ιστορία:

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ:

«Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή».

Επομένως ο ατυχής ιδιοκτήτης, θα πρέπει να περιμένει έξι μήνες, ώστε να επανέλθει με νέα αγωγή και με την προϋπόθεση ότι, στο μεταξύ έχει εξοφλήσει την οφειλή του στο Δημόσιο, ώστε να λάβει τέτοιο πιστοποιητικό. Εάν όχι, τότε η παραγραφή των δικαιωμάτων του συνεχίζει να τρέχει σε βάρος του χωρίς να θεωρείται διακοπείσα από την προηγούμενη έγερση αγωγής. Αυτό δε οδηγεί κυριολεκτικά σε φαύλο κύκλο:
Ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να λάβει τέτοιο πιστοποιητικό, διότι οφείλει τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., συνεχίζει δε να επιβαρύνεται κάθε έτος, που περνάει με τον αντίστοιχο φόρο - -και γιατί όχι ηυξημένο, με μεγαλύτερους συντελεστές; - στερείται πρακτικά το ακίνητό του, εφόσον έχει αποβληθεί παράνομα από τη νομή του από τον κακόπιστο (Β) και η παραγραφή συνεχίζει να τρέχει σε βάρος του μέχρι την στιγμή όπου θα χάσει τα δικαιώματά του χωρίς να λάβει το παραμικρό αντίτιμο, όντας ταυτόχρονα υπερχρεωμένος απέναντι στο Δημόσιο!!
Και δεν φαίνεται να είναι μόνο αυτό. Κατά την διατύπωση της συγκεκριμένης διάταξης, η οποία – ως φορολογική – επιδέχεται κατά κανόνα στενής ερμηνείας, φαίνεται ότι ο ατυχής ιδιοκτήτης δεν δικαιούται να προστατευτεί απέναντι στον κακόπιστο καταπατητή ούτε με ασφαλιστικά μέτρα, δηλαδή αδυνατεί να λάβει μία – έστω – προσωρινή προστασία αφού εάν δεν προσκομίσει το πιστοποιητικό αυτό, είναι απαράδεκτη οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ενώπιον δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής!!

Επομένως ο άνθρωπος αυτός είναι εκτεθειμένος και εντελώς απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε δημόσιου φορέα (τι θα κάνει ας πούμε εάν ο οιοσδήποτε Δήμος απαλλοτριώσει το ακίνητο αυτό προσφέροντας ένα μηδενικό σχεδόν τίμημα; Θα έχει άραγε την οικονομική δυνατότητα να καταφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, διότι εδώ στην Ελλάδα ουδέν πλέον νομιμοποιείται να πράξει;) αλλά και οποιουδήποτε ιδιώτη, φυσικού ή νομικού προσώπου!!
Και μην φανταστεί κανείς βέβαια ότι η κατάσταση μετριάζεται από το γεγονός ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης περί ΕΝ.Φ.Ι.Α. γίνεται δεκτό από το νομοθέτη να βεβαιώνει ότι ο υπόχρεος στον φόρο ιδιοκτήτης έχει ρυθμίσει την οφειλή του, διότι το ισχύον καθεστώς των φορολογικών ρυθμίσεων καθιστά απαγορευτικό κάτι τέτοιο προς το παρόν.
Η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην ως άνω έκθεσή της, ορθώς αντιλαμβανόμενη τους κινδύνους, που δημιουργούνται, επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη διάταξη “….είναι γενική και αόριστη και χρήζει αναδιατύπωσης και εξειδίκευσης”, δυστυχώς όμως δεν εισακούστηκε.

Με ποια λογική άραγε ο φορολογικός νομοθέτης παρεμβαίνει τόσο βάναυσα σε μία ένδικη διαφορά μεταξύ ΙΔΙΩΤΩΝ, απαγορεύοντας ουσιαστικά και πρακτικά στον ιδοκτήτη να προστατεύσει στοιχειωδώς την περιουσία του, μόνο και μόνο επειδή αυτός οφείλει τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. στο Δημόσιο;

Πως συνάδει αυτό με την συνταγματική διάταξη, η οποία άπτεται του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος, του άρθρου 8 εδ. 1 του Συντάγματος, ότι ουδείς στερείται χωρίς την θέλησή του τον δικαστή, που του έχει ορίσει ο νόμος (Αρχή του φυσικού δικαστή);

Πως θα ανεχτούμε το γεγονός ότι με την διάταξη αυτή παραβιάζεται καικαταργείται ουσιαστικά το άρθρο 17 του Συντάγματος, αφού η ιδιοκτησία ΔΕΝ τελεί πλέον υπό την προστασία του κράτους για όσους οφείλουν τον ΕΝ.Φ.Ι.Α., η δε διαδικασία και ο καθορισμός του τιμήματος απαλλοτρίωσης ενός ακινήτου, μπορεί να γίνονται ερήμην του ιδιοκτήτη ακινήτου αυτού;

Πως ανεχόμαστε τελικά όλη αυτή την κατάφορη προσβολή στο νομικό μας πολιτισμό;

Κατά τη γνώμη μου το θέμα δεν λύνεται με κάποια εγκύκλιο, που είναι και ο αγαπημένος τρόπος των καρεκλοκένταυρων του ΥΠΟΙΚ να καλύπτουν εκ των υστέρων τις γκάφες και τις αστοχίες τους.

Οι ενστάσεις αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής οπωσδήποτε θα υποβληθούν στις δίκες των εμπράγματων αγωγών. Ισως μάλιστα ήλθε ο καιρός να δούμε συνολικά την κατάφορη παραβίαση του συντάγματος από τους φορολογικούς νόμους – εκτρώματα των τελευταίων τεσσάρων χρόνων και να αντιδράσουμε οργανωμένα σε δικαιϊκό επίπεδο.
Πάνω απ’ όλα όμως φρονώ ότι οι σεβαστοί δικαστές του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, των δύο Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας, ταγμένοι να ηγούνται και να οριοθετούν με τις αποφάσεις τους το νομικό πολιτισμό της, οφείλουν να φανούν επιτέλους γενναίοι. Να τολμήσουν να θέσουν μέσα από τις αποφάσεις τους, το συνταγματικό όριο και μέτρο, πέραν των οποίων δεν θα γίνεται ανεκτό καμία αυθαίρετη νομοθετική πρωτοβουλία. Να ενσωματώσουν επιτέλους στη νομολογία μας τις νομικές απόψεις, που, πολλοί από αυτούς, διατυπώνουν κατ’ ιδίαν ή και δημόσια ακόμα για αυτή την οργανωμένη επίθεση εναντίον των κατοίκων αυτής της χώρας, που οδήγησε στην εξαθλίωση των Συνταγματικών Επιταγών του Δικαίου και στην καταπάτηση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, μόνο και μόνο επειδή η ικανοποίηση των δανειστών μας αναγορεύτηκε “εν μία νυκτί” σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης!!

Και για να επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα:

Ανικανότητα του εγχώριου νομοθέτη λοιπόν ή σκοπιμότητα;

Το επιχείρημα όσων υποστηρίζουν την πρώτη άποψη είναι ότι εφόσον τεχνοκράτες ανέλαβαν να μαζέψουν χρήμα για το δημόσιο ταμείο, θα το κάνουν αδιαφορώντας πλήρως για συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα ή για την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού.
Οσο για το εάν πρόκειται για σκοπιμότητα, είναι απλό:

Αρκεί στο προηγούμενο παράδειγμά μας να αντικαταστήσουμε τον κακόπιστο Β, ο οποίος αποβάλλει παράνομα και αυθαίρετα τον υπερχρεωμένο ιδιοκτήτη Α από τη νομή του ακινήτου του με ένα οποιοδήποτε διεθνές real estate fund, από αυτά, που διαθέτουν τις κατάλληλες διασυνδέσεις στην Ελλάδα και έχουν εντοπίσει μια σειρά όμορων οικοπέδων, φιλέτων, παραθαλάσσιων, τα οποία συνενούμενα θα ήταν κατάλληλα για τουριστική ανάπτυξη ή για οποιαδήποτε εκμετάλλευση, των οποίων οι ιδιοκτήτες έχουν ένα πολύ κακό ελάττωμα: Θέλουν να ασκήσουν το «συνταγματικά κατοχυρωμένο» δικαίωμά τους περί απόλυτης εξουσίας διάθεσης της περιουσίας τους, διότι νομίζουν ότι ακόμα διαθέτουν την κυριότητά της.

Τα συμπεράσματα δικά σας!!